Μπάνσκο – Βουλγαρία

πληροφορίες

image_01_bgbn

Το Μπάνσκο (βουλγαρικά: Банско) είναι μια πόλη 9.212 κατοίκων στο όρος Πιρίν της Βουλγαρίας, σε υψόμετρο 936 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Στην πόλη υπάρχει σιδηροδρομικός σταθμός. Η πόλη είναι μεγάλος τουριστικός προορισμός ειδικότερα κατά την χειμερινή περίοδο λόγω του ομώνυμου χιονοδρομικού κέντρου που διαθέτει άριστη οργάνωση με καλή ποιότητα χιονιού. Μετά από την διοργάνωση του πρώτου φεστιβάλ τζαζ στην πόλη, το Μπάνσκο απέκτησε διεθνές πολιτιστικό ενδιαφέρον.

Τουρισμός

Το υψηλότερο σημείο του χιονοδρομικού κέντρου βρίσκεται στα 2.560 μέτρα και το χαμηλότερο στα 1000 μέτρα. Το Μπάνσκο διαθέτει πίστες σκι 75 χιλιομέτρων, εκ των οποίων το 35% απευθύνεται σε αρχάριους , το 40% σε έμπειρους και το 25% σε προχωρημένους σκιέρ και snowboarders. Το 80% αυτών των εκτάσεων είναι εξοπλισμένο με μηχανήματα τεχνητού χιονιού. Χάρη στα 170 κανόνια χιονιού TechnoAlpin και τους οδοστρωτήρες της εταιρείας Kassbohrer, η σεζόν ξεκινάει εγγυημένα τον μήνα Δεκέμβριο και λήγει τον Μάιο. Επιπλέον λειτουργούν ένα οκταθέσιο κλειστό τελεφερίκ, ένα εξαθέσιο, έξι τετραθέσια και ένα τριθέσιο τελεφερίκ. Υπάρχουν επίσης διαθέσιμοι έξι αναβατήρες για σκι και δέκα παιδικοί αναβατήρες.

Η Ρίλα (βουλγαρικά: Рила) ή είναι οροσειρά στη νοτιοδυτική Βουλγαρία και η ψηλότερη οροσειρά στη Βουλγαρία και τα Βαλκάνια, με ψηλότερη κορυφή το Μουσαλά, ύψους 2.925 μέτρων. Συχνά εντάσσεται στην οροσειρά της Ροδόπης, επονομαζόμενος Δυτική Ροδόπη. Ο ορεινός όγκος είναι επίσης ο έκτος ψηλότερος στην Ευρώπη, μετά τον Καύκασο, τις Άλπεις, τη Σιέρρα Νεβάδα, τα Πυρηναία και την Αίτνα, και ο ψηλότερος ανάμεσα στις Άλπεις και τον Καύκασο. Το μεγαλύτερο τμήμα του βουνού το καταλαμβάνει το εθνικό πάρκο Ρίλας.

Από τη Ρίλα πηγάζουν μερικά από τα μεγαλύτερα ποτάμια των Βαλκανίων, όπως ο Έβρος, ο Ίσκαρ και ο Νέστος. Στο βουνό είναι κτισμένο το μοναστήρι της Ρίλας, το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μοναστήρι της Βουλγαρίας, το οποίο ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα. Επίσης, το βουνό είναι γνωστό για τις εφτά λίμνες του.

ELA-RILA1

Μοναστήρι της Ρίλα

Το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη της Ρίλα, γνωστό και απλά ως Μοναστήρι της Ρίλα (βουλγ. Рилски манастир, Rilski manastir) είναι η μεγαλύτερη και πιο φημισμένη ορθόδοξη μονή στη Βουλγαρία. Βρίσκεται στα Όρη Ρίλα, σε ύψος 1.147 μέτρων και 117 χιλιόμετρα νότια της πρωτεύουσας, Σόφιας, στη βαθειά κοιλάδα του ποταμού Ρίλσκα. Το μοναστήρι έχει πάρει το όνομά από τον ιδρυτή του, τον ερημίτη Ιωάννη (Ιβάν) της Ρίλα (876 – 946 μ.Χ.) Ολόκληρο το συγκρότημα της μονής καταλαμβάνει μια έκταση 8.800 m² και αποτελείται από μια μονόκλιτη βασιλική, κελιά όπου μένουν οι μοναχοί και έναν πύργο.

Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 10ο αιώνα και αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά πολιτισμικά, ιστορικά και αρχιτεκτονικά μνημεία της Βουλγαρίας και σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο τόσο για τη Βουλγαρία, όσο και για τη Νότια Ευρώπη. Το 1976 ανακηρύχθηκε εθνικό ιστορικό μνημείο της Βουλγαρίας και το 1983 χαρακτηρίστηκε από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Από το 1991 υπάγεται εξ’ ολοκλήρου στην Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Βουλγαρίας. Το 2008 προσέλκυσε 900.000 επισκέπτες. Το μοναστήρι απεικονίζεται στην πίσω όψη του χαρτονομίσματος του 1 λεβ, που εκδόθηκε το 1999.

Rila_Monastery

Ιστορία

Σύμφωνα με την παράδοση, τη μονή ίδρυσε ο ερημίτης Άγιος Ιωάννης της Ρίλας, από τον οποίο και πήρε το όνομά της, κατά την περίοδο του Τσάρου Πέτρου Α’ (927-968). Ο ερημίτης ζούσε, στην πραγματικότητα, σε μια σπηλιά χωρίς υλικά αγαθά κοντά στο μοναστήρι, το οποίο χτίστηκε από τους μαθητές του. Τα λείψανά του φυλάσσονται στη μονή.

Η μονή πάντοτε υποστηριζόταν και ήταν σεβαστή από τους Βούλγαρους άρχοντες. Μεγάλες δωρεές έγιναν από όλους σχεδόν τους τσάρους της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας μέχρι την Οθωμανική Κατάκτηση, καθιστώντας το μοναστήρι το πολιτισμικό και πνευματικό κέντρο της βουλγαρικής εθνικής συνείδησης, που έφτασε στο απόγειό του από το 12ο ως το 14ο αιώνα. Στην τωρινή της θέση η μονή αναστηλώθηκε το πρώτο μισό του 14ου αιώνα από τον Χρέλιο Ντραγκόλοφ, ντόπιο φεουδάρχη υπό Σερβική επικυριαρχία. Τα παλαιότερα κτίρια στο συγκρότημα χρονολογούνται από αυτή την περίοδο – ο Πύργος του Χρέλια (1334 – 1335) και μια μικρή εκκλησία ακριβώς δίπλα του (1343). Στην εποχή αυτή ανήκουν επίσης ο θρόνος του επισκόπου και οι πλούσια σκαλισμένες πύλες του μοναστηριού. Ωστόσο την άφιξη των Οθωμανών στο τέλος του 14ου αιώνα ακολούθησαν πολυάριθμες επιδρομές και η καταστροφή του μοναστηριού στα μέσα του 15ου αιώνα.

Χάρη σε δωρεές της Σουλτάνας Μάρα Μπράνκοβιτς, της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και πιο συγκεκριμένα του Ρωσικού Μοναστηριού στο Άγιο Όρος, η Μονή της Ρίλα ανακατασκευάστηκε στα τέλη του 15ου αιώνα από τρεις αδελφούς από την περιοχή του Κιουστεντίλ. Με ενέργειες της Σουλτάνας Μάρας Μπράνκοβιτς τα λείψανα του Ιωάννη της Ρίλα μεταφέρθηκαν από το Τάρνοβο στο νέο συγκρότημα το 1469.

H Μονή αποτέλεσε θύλακα του βουλγαρικού πολιτισμού και γλώσσας κατά την περίοδο της ξένης κυριαρχίας. Κατά την εποχή της Βουλγαρικής Εθνικής Αναγέννησης (18ος – 19ος αιώνας) καταστράφηκε από φωτιά το 1833 και ανοικοδομήθηκε και πάλι μεταξύ 1834 και 1862 με χρήματα εύπορων πολιτών της χώρας, υπό το διάσημο αρχιτέκτονα Αλέξι Ρίλετς. Η ανέγερση των κτιρίων διαμονής άρχισε το 1816, ενώ το 1844 προστέθηκε ένα καμπαναριό δίπλα στον Πύργο του Χρέλιου. Ο Νεόφυτος της Ρίλα ίδρυσε αυτή την περίοδο μια σχολή στο μοναστήρι. Το μοναστήρι είναι γνωστό ως κρησφύγετο Βούλγαρων επαναστατών, όπως ο Βασίλ Λέβσκι, ο Γκότσε Ντέλτσεφ, ο Πέγιο Γιαβόροφ και άλλοι. Το μοναστηριακό συγκρότημα, θεωρούμενο ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της αρχιτεκτονικής της Βουλγαρικής Εθνικής Αναγέννησης, ανακηρύχθηκε εθνικό ιστορικό μνημείο το 1976 και Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, το 1983.α.

Στις 25 Μαΐου 2002, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ επισκέφτηκε το μοναστήρι κατά τη διάρκεια του προσκυνήματός του στη Βουλγαρία και το Αζερμπαϊτζάν, προβαίνοντας παράλληλα σε μια δήλωση για την πλήρη απαλλαγή της Βουλγαρίας από οποιοδήποτε ρόλο στην απόπειρα δολοφονίας εις βάρος του το 1981.

Αρχιτεκτονική

Το όλο συγκρότημα καταλαμβάνει μια έκταση 8.800 τ.μ. με μορφή ορθογωνίου, που επικεντρώνεται γύρω από την εσωτερική αυλή (3.200 τ.μ.), όπου βρίσκονται ο πύργος και η κεντρική εκκλησία.

Κεντρική Εκκλησία

Η κεντρική εκκλησία του μοναστηριού χτίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα. Αρχιτέκτονάς της είναι ο Πάβελ Ιωάννοφ, που εργάστηκε για αυτή από το 1834 ως το 1837. Η εκκλησία έχει πέντε τρούλους, τρεις άγιες τράπεζες και δυο πλαϊνά παρεκκλήσια, ενώ ένα από τα πολυτιμότερα στοιχεία στο εσωτερικό είναι το επίχρυσο εικονοστάσι, περίφημο για την ξυλογλυπτική του, για το οποίο εργάστηκαν τέσσερις τεχνίτες επί πέντε χρόνια. Οι νωπογραφίες, που ολοκληρώθηκαν το 1946, είναι έργο πολλών καλλιτεχνών από το Μπάνσκο, το Σάμοκοβ και το Ράζλογκ, ανάμεσά τους οι διάσημοι αδελφοί Ζαχάρι και Ντιμιτάρ Ζόγκραφ. Η εκκλησία στεγάζει επίσης πολλές πολύτιμες εικόνες, που χρονολογούνται από το 14ο ως το 19ο αιώνα. Οι στοές στην αυλή έχουν επιρροές από τους Μαμελούκους με τη ριγωτή ζωγραφική και τους θόλους, που έγιναν δημοφιλέστερες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου. Είναι πραγματικά αξιόλογο θέαμα. Στην εκκλησία βρίσκεται και το κενοτάφιο (υπάρχει εκεί μόνο η καρδιά του) του Τσάρου Μπόρις Γ΄ της Βουλγαρίας.

Bulgaria-Rila-Monastery-Interior

Τμήμα διαμονής

Το τετραώροφο (χωρίς το υπόγειο) κτίριο διαμονής του συγκροτήματος αποτελείται από 300 δωμάτια, τέσσερα παρεκκλήσια, ένα αρχονταρίκι, μια κ

ουζίνα (γνωστή για τα ασυνήθιστα μεγάλα σ

κεύη της) και μια βιβλιοθήκη, που περιέχει 250 χειρόγραφα και 9.000 παλιά έντυπα. Το εξωτερικό του συγκροτήματος, με τους ψηλούς πέτρινους τοίχους και τα μικρά παράθυρα μοιάζει περισσότερο με φρούριο, παρά με μοναστήρι.

Μοναστηριακό μουσείο

Το μουσείο του Μοναστηριού της Ρίλα φημίζεται ιδιαίτερα για το Σταυρό του Ραφαήλ, ένα ξύλινο σταυρό φτιαγμένο από ένα κομμάτι ξύλου (81 Χ 43 εκ.). Σκαλίστηκε από ένα μοναχό, ονόματι Ραφαήλ, με τη χρήση λεπτού κοπιδιού και μεγεθυντικών φακών για την αναπαραγωγή 140 θρησκευτικών σκηνών και 650 μορφών σε μικρογραφία. Η εργασία για το καλλιτέχνημα αυτό κράτησε δώδεκα χρόνια, πριν ολοκληρωθεί το 1802, οπότε ο μοναχός έχασε το φως του. Μέσα στο μουσείο απαγορεύεται η λήψη φωτογραφιών και βίντεο.

Σόφια

bulgaria-sofia

Η Σόφια (βουλγαρικά: София, λατινικά: Sofia) είναι η πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας. Είναι η 14η μεγαλύτερη πόλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση με πληθυσμό πάνω από 1,3 εκατομμύρια κατοίκους. Βρίσκεται στη δυτική Βουλγαρία, στις πλαγιές του όρους Βίτοσα, λιγότερο από 50 χιλ. οδικώς από τα Σερβικά σύνορα. Βρίσκεται στο κέντρο της Βαλκανικής Χερσονήσου. Βρίσκεται στο μέσο μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Αδριατικής Θάλασσας, ενώ η πλησιέστερη σε αυτή θάλασσα είναι το Αιγαίο.

Η Σόφια είναι τόπος ανθρώπινης κατοίκησης τουλάχιστον από το 7.000 π.Χ. και η δεύτερη αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης, ιδρυμένη πριν από 7.000 χρόνια, ενώ το σλόγκαν της πόλης είναι «μεγαλώνει αλλά δεν γερνά». Η αρχαιότερη επίσημη αναφορά της πόλης ήταν τον 7ο αιώνα π.Χ.

Πολλά από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια, πολιτιστικά ιδρύματα και εμπορικές επιχειρήσεις της Βουλγαρίας είναι συγκεντρωμένες στη Σόφια.

Η Σόφια ήταν η οικονομικά πιο προσιτή για επίσκεψη πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2013.

Γεωγραφία

H Σόφια έχει έκταση 432 τετ.χιλ., ενώ η Επαρχία της 1344 τετ.χιλ. Η εξέλιξη της Σόφιας σε σημαντικό οικισμό οφείλει πολλά στην κεντρική της θέση στα Βαλκάνια. Βρίσκεται στη δυτική Βουλγαρία, στους βόρειους πρόποδες του Όρους Βίτοσα, στην Κοιλάδα της Σόφιας, που περιβάλλεται στο βορρά από τον Αίμο. Η κοιλάδα έχει μέσο υψόμετρο 550 μέτρων. Σε αντίθεση με τις περισσότερες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η Σόφια δεν έχει μεγάλους ποταμούς ή γέφυρες, αλλά περιβάλλεται από παντού από σχετικά ψηλά βουνά. Στην πόλη οδηγούν τρεις ορεινές διαβάσεις, που είναι βασικοί δρόμοι από την αρχαιότητα, συνδέοντας την Αδριατική θάλασσα με την Κεντρική Ευρώπη με τη Μαύρη θάλασσα και το Αιγαίο πέλαγος. Την πόλη διασχίζουν ορισμένα ποταμάκια, όπως οι Βλαντάισκα και Πετρόφσκα. Ο Ποταμός Ισκαρ στην ανώτερη πορεία του ρέει κοντά στην ανατολική Σόφια. Η πόλη είναι γνωστή για τις πολλές υδάτινες και ιαματικές πηγές της. Τεχνητές λίμνες και φράγματα κατασκευάσθηκαν τον 20ό αιώνα. Η Σόφια επλήγη το 1818 από ένα σεισμό μεγέθους 6,0-7,2 της (12βάθμιας) Κλίμακας Μεντβέντεφ-Σοπενχόιερ-Κάρνικ, το 1858 από σεισμό μεγέθους 6,6 της ίδιας κλίμακας, αν και έφθασε το μέγεθος 10 σε μέρη όπως η Μπογιάνα, ακολούθησε ένας σεισμός 7-8 το 1917 και τελικά ο σεισμός του Πέρνικ το 2012, μεγέθους 5,8 της Κλίμακας Ρίχτερ. Στην πόλη έγινε επίσης αισθητός ο σεισμός στο Βόρειο Αιγαίο της 24/5/2014.

Πρόβλημα ατμοσφαιρικής ρύπανσης προκαλεί η θέση της Σόφιας στην ομώνυμη κοιλάδα, που περιβάλλεται από βουνά και αυτό μειώνει τη δυνατότητα αυτοκαθαρισμού του αέρα. Ο αέρας μολύνεται κυρίως από αιωρούμενα σωματίδια και από οξείδια του αζώτου. Η Σόφια είναι η πρωτεύουσα με τον πιο μολυσμένο αέρα στην ΕΕ.

Ιστορία

Προϊστορία και Αρχαιότητα

Η Σόφια έχει μια ιστορία σχεδόν 7.000 ετών και είναι η δεύτερη αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης, σύμφωνα με τον επίσημο ιστότοπο της πόλης και άλλες πηγές, αν και η έννοια του ισχυρισμού είναι ασαφής, γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν στον κόσμο σχεδόν καθόλου πόλεις. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται το νεολιθικό χωριό στη Σλάτινα, που χρονολογείται από την 5η-6η χιλετηρίδα π.Χ. Στην 3η-4η χιλετηρίδα π.Χ. ανάγονται υπολείμματα άλλου νεολιθικού οικισμού γύρω από την Εθνική Πινακοθήκη, που είναι από τότε το παραδοσιακό κέντρο της πόλης και δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. Η Σόφια ήταν αρχικά Θρακικός οικισμός, με το όνομα Σερδική ή Σαρδική σε όλη την Εποχή του Χαλκού και την Αρχαιότητα. Τον 8ο αιώνα π.Χ. η φυλή των Σερδών ίδρυσε έναν οικισμό, που οδήγησε στην πρώτη επίσημη αναφορά της πόλης τον 7ο αιώνα π.Χ. Τα ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η περιοχή του οικισμού ήταν μεταξύ του (πολυκαταστήματος) TZUM, του Ξενοδοχείου Σέρατον και της Προεδρίας. Λίγο πριν το 500 π.Χ. η περιοχή αποτέλεσε τμήμα μιας (Θράκες|Θρακικής) ένωσης φυλών με το όνομα Βασίλειο των Οδρυσών, όταν εμφανίστηκε στην πόλη μια άλλη Θρακική φυλή οι Οδρύσαι. Για μια σύντομη περίοδο κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. κυβερνήθηκε από το Φίλιππο Β΄της Μακεδονίας και το γιο του, Μέγα Αλέξανδρο.

Περί το 29 π.Χ. η Σαρδική καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους και σταδιακά έγινε η σημαντικότερη Ρωμαϊκή πόλη στην περιοχή. Έγινε municipium, ή κέντρο διοικητικής περιοχής, επί της βασιλείας του Αυτοκράτορα Τραιανού (98 – 117) και μετονομάστηκε Ούλπια Σέρντικα. Φαίνεται ότι η πρώτη γραπτή αναφορά της Σαρδικής έγινε από τον Πτολεμαίο (περίπου 100 μ.Χ.). Η Σαρδική επεκτάθηκε καθώς ανεγέρθηκαν πυργίσκοι, προστατευτικά τείχη, δημόσια λουτρά, διοικητικά και πολιτιστικά κτίρια, αστική βασιλική, αμφιθέατρο, ιππόδρομος, η Βουλή, μεγάλη αγορά, μεγάλο θέατρο, κλπ. Η κυριότερη ενδιάμεση πόλη στο Ρωμαϊκό δρόμο Βία Μιλιτάρις, που συνέδεε τη Ρώμη με το Βυζάντιο ήταν η Σερδική.

Το 2ο αιώνα μ.Χ. ήταν διοικητικό κέντρο της Ρωμαϊκής Μοισίας. Τον 3ο αιώνα ήταν πρωτεύουσα της Αυρηλιανής Δακίας και όταν ο Αυτοκράτορας Διοκλητιανός διαίρεσε την επαρχία αυτή στη Δακία Ριπένσις (στις όχθες του Δούναβη) και στη Δακία Μεσογειακή, η Σαρδική έγινε πρωτεύουσα της τελευταίας. Oι Ρωμαίοι αυτοκράτορες Αυρηλιανός (215-275) και Γαλέριος(260-311) ήταν από τη Σερδική. Η πόλη στη συνέχεια επεκτάθηκε επί ενάμιση αιώνα, έγινε σημαντικό πολιτικό και οικονομικό κέντρο – έγινε μία από τις πρώτες Ρωμαϊκές πόλεις, όπου ο Χριστιανισμός αναγνωρίσθηκε ως επίσημη θρησκεία (υπό το Γαλέριο). Για το Μέγα Κωνσταντίνο ήταν Sardica mea Roma est (η Σαρδική είναι η Ρώμη μου). Το 343 μ.Χ. συνήλθε στην πόλη η Σύνοδος της Σαρδικής σε μια εκκλησία, στη θέση όπου αργότερα χτίστηκε η σημερινή Εκκλησία της Αγίας Σοφίας του 6ου αιώνα.

Η πόλη καταστράφηκε στην επιδρομή του 447 από τους Ούννους. Ξαναχτίστηκε από το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄ και για ένα διάστημα ονομαζόταν Τριάδιτζα ή Σρέντετς από τις Σλαβονικές φυλές. Επί της βασιλείας του Ιουστινιανού άκμασε, περιβαλλόμενη από μεγάλα οχυρωματικά τείχη, των οποίων τα κατάλοιπα είναι ακόμα ορατά σήμερα.

Μεσαίωνας και Οθωμανική εποχή

H Σόφια αρχικά έγινε τμήμα της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, επί της βασιλείας του Χαν Κρούμου το 809, μετά από μακρά πολιορκία. Στη συνέχεια ήταν γνωστή με το Βουλγαρικό όνομα ΄΄Σρέντετς΄΄ και εξελίχθηκε σε σημαντικό φρούριο και διοικητικό κέντρο. Μετά τη διοικητική μεταρρύθμιση του Κάνου Ομουρτάγ η Σόφια έγινε κέντρο της επαρχίας Σρέντετσκι (Σρέντετσκι κόμιτατ, Средецки комитат). Το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα η πόλη κυβερνήθηκε από τον Κόμιτ (Κόμη) Νίκολας και τους γιούς του, γνωστούς ως Δυναστεία Κομητόπουλους. Ένας από αυτούς ήταν ο Σαμουήλ, που έγινε Αυτοκράτορας της Βουλγαρίας το 997. Μετά την υποταγή της Βορειοανατολικής Βουλγαρίας στις στρατιές του Ιωάννη Τσιμισκή το 971, ο Βούλγαρος Πατριάρχης Δαμιανός επέλεξε για έδρα του τη Σόφια τον επόμενο χρόνο. Μετά από μερικές ανεπιτυχείς πολιορκίες, η πόλη υπετάγη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1018, αλλά για μια ακόμη φορά ενσωματώθηκε στην παλινορθωμένη Βουλγαρική Αυτοκρατορία την εποχή του Τσάρου Ιβάν Ασέν Α΄.

Από το 12ο ως το 14ο αιώνα η Σόφια ήταν ένα αναπτυγμένο κέντρο εμπορίου και βιοτεχνίας. Στα μέσα του 13ου αιώνα οι σεβαστοκράτορες της Σόφιας Καλογιάν και Ντεσισλάβα ήταν οι κυριότεροι χορηγοί της Εκκλησίας Μπογιάνα. Υπό την προστασία τους οι ζωγράφοι της Καλλιτεχνικής Σχολής του Τίρνοβο δημιούργησαν ρεαλιστικές τοιχογραφίες, που απεικονίζουν πάνω από 200 ανθρώπινες μορφές και ένα σύνολο 89 σκηνών έχουν έντονη ατομικότητα, πειστικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά και ζωτικότητα, που φανερώνουν τα εξαιρετικά επιτεύγματα του Βουλγαρικού μεσαιωνικού πολιτισμού. Με το ζωντανό ανθρωπιστικό ρεαλισμό τους αποτελούν φαινόμενο της Αναγέννησης στη φάση της κορύφωσής της στο πλαίσιο της κοινής Ευρωπαϊκής τέχνης. Το 1382 η Σόφια καταλήφθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια των Βουλγαροοθωμανικών Πολέμων, μετά από μακρά πολιορκία. Γύρω στο 1393 έγινε η έδρα του νεοϊδρυομένου Σαντζακίου της Σόφιας.

Η πόλη καταλήφθηκε από Ουγγρικές δυνάμεις για μια σύντομη περίοδο το 1443. Μετά την αποτυχημένη σταυροφορία του Βλάντισλαβ Γ΄ της Πολωνίας το 1443 προς τη Σόφια η Χριστιανική ελίτ της πόλης εξολοθρεύτηκε και η πόλη έγινε πρωτεύουσα της Οθωμανικής επαρχίας (μπεϊλερμπεϊλίκι) της Ρούμελης για πάνω από τέσσερις αιώνες, πράγμα που ενθάρρυνε πολλούς Τούρκους να εγκατασταθούν εδώ. Το 16ο αιώνα η ρυμοτομία και η όψη της Σόφιας άρχισαν να εμφανίζουν ύφος καθαρά Οθωμανικό.

Υπήρχαν κρήνες, χαμάμ (λουτρά), επιφανείς εκκλησίες, όπως η Αγία Σοφία, μετατράπηκαν σε τζαμιά και το 17ο αιώνα υπήρχαν συνολικά 11 μεγάλα και πάνω από 100 μικρά τζαμιά, από τα οποία μόνο το Μπάνια Μπάσι παραμένει μέχρι σήμερα τζαμί. Την εποχή αυτή η πόλη είχε πληθυσμό περίπου 7.000.

Η πόλη καταλήφθηκε για αρκετές εβδομάδες από Βούλγαρους χαιντούκους το 1599. Το 1610 το Βατικανό ίδρυσε την Επισκοπή της Σόφιας για τους Καθολικούς της Ρούμελης, που διατηρήθηκε μέχρι το 1715, οπότε οι περισσότεροι Καθολικοί είχαν μεταναστεύσει. Το 16ο αιώνα υπήρχαν στη Σόφια 126 Εβραϊκά νοικοκυριά και μια συναγωγή από το 967. Η πόλη ήταν έδρα του Εγιαλετίου της Σόφιας (1826 – 1864). Οι Οθωμανοί απαγχόνισαν στη Σόφια το Βούλγαρο επαναστάτη Βασίλ Λέβσκι.

Νεότερη και σύγχρονη ιστορία

Κατά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878 ο Σουλεϊμάν Πασάς θα έκαιγε την πόλη, αν οι ξένοι Λεάντρ Λεζέ, Βίτο Ποζιτάνο, Γκαμπριέλ Αλμοσνίνο και Γιόζεφ Βάλντχαρτ δεν μεσολαβούσαν για τη σωτηρία της. Εντούτοις η σωτηρία αυτή δεν αφορούσε τους Βούλγαρους πολίτες που υπέστησαν εκτελέσεις. Η Σόφια καταλήφθηκε από Ρωσικές δυνάμεις στις 4 Ιανουαρίου 1878. Προτάθηκε ως πρωτεύουσα από το Μαρίν Ντρίονοφ και έγινε δεκτή ως τέτοια στις 3 Απριλίου 1879 του αυτόνομου Πριγκιπάτου της Βουλγαρίας, που έγινε το Βασίλειο της Βουλγαρίας το 1908. Τη στιγμή της απελευθέρωσής της ο πληθυσμός της πόλης ήταν 11.649 άτομα. Τις λίγες δεκαετίες μετά την απελευθέρωση η πόλη γνώρισε μεγάλη πληθυσμιακή αύξηση, κυρίως από άλλες περιοχές της χώρας. Το 1900 άναψε ο πρώτος ηλεκτρικός λαμπτήρας στην πόλη.

Κατά το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο το 1913 η Βουλγαρία πολέμησε μόνη της εναντίον πέντε γειτονικών χωρών και ο Ρουμανικός Στρατός μπήκε στη Βράζντεμπνα, τότε χωριό 11 χιλιόμετρα από τη Σόφια, σήμερα προάστιο, πράγμα που έκανε την Βουλγαρία να συνθηκολογήσει. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η πόλη βομβαρδίστηκε από τη Συμμαχική αεροπορία ΗΠΑ και ΗΒ στα τέλη του 1943 και τις αρχές του 1944, οπότε καταστράφηκαν 40.000 βιβλία μαζί με τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και 12.656 ακόμη κτίρια, ενώ σκοτώθηκαν πάνω από 2.000 άνθρωποι, και δέχθηκε την, τουλάχιστον επίσημα, ειρηνική εισβολή του Σοβιετικού Κόκκινου Στρατού.

Το 1925, μια τρομοκρατική ενέργεια ακροαριστερών αποπειράθηκε χωρίς επιτυχία να δολοφονήσει το βασιλιά, αλλά προκάλεσε την καταστροφή μιας εκκλησίας και πολλά θύματα. Πέρασαν 20 χρόνια ως το 1945 για να πάρει την εξουσία το Πατριωτικό Μέτωπο και να εκτελέσει αρκετές χιλιάδες ανθρώπους. Η μεταβολή της Βουλγαρίας σε Λαϊκή Δημοκρατία το 1946 και σε Δημοκρατία το 1991 σήμανε σημαντικές αλλαγές στην όψη της πόλης. Ο πληθυσμός της Σόφιας αυξήθηκε γρήγορα λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης. Ολόκληρες νέες περιοχές κατοικίας κατασκευάσθηκαν στα προάστια της πόλης, όπως Ντρούζμπα, Μλάντοστο και Λιούλιν.Το Μαυσωλείο του Γκεόργκι Δημητρόφ, όπου το σώμα του είχε διατηρηθεί με παρόμοιο τρόπο με το Μαυσωλείο του Λένιν, κατεδαφίστηκε με εκρηκτικά το 1999.

Αρχιτεκτονική

Στη Σόφια υπάρχουν 607,473 κατοικίες και 101.696 κτίρια. Σύμφωνα με σύγχρονα στοιχεία 39.551 κατοικίες κατασκευάσθηκαν μέχρι το 1949, 119.943 μεταξύ 1950 και 1969, 287.191 μεταξύ 1970 και 1989, 57.916 τη δεκαετία του 90 και 102.623 μεταξύ 2000 και 2011. Μέχρι το 1949 κατασκευάσθηκαν 13.114 κτίρια και κάθε επόμενη δεκαετία μεταξύ 10.000-20.000.

H όψη της Σόφιας συνδυάζει ένα ευρύ φάσμα αρχιτεκτονικών ρυθμών, μερικοί από τους οποίους δύσκολα συμβιβάζονται. Ποικίλλουν από Χριστιανική Ρωμαϊκή αρχιτεκτονική και μεσαιωνικά Βουλγαρικά φρούρια μέχρι το Νεοκλασικισμό και τις προκατασκευασμένες πολυκατοικίες της Σοσιαλιστικής εποχής (πανέλκι). Στο κέντρο της πόλης διατηρούνται ορισμένα αρχαία Ρωμαϊκά, Βυζαντινά και μεσαιωνικά Βουλγαρικά κτίρια. Μεταξύ αυτών είναι η Ροτόντα του Αγίου Γεωργίου του 4ου αιώνα, τα τείχη του φρουρίου της Σαρδικής και το εν μέρει διατηρημένο αμφιθέατρό της.

Μετά τον Απελευθερωτικό Πόλεμο ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος Βάτενμπεργκ προσκάλεσε αρχιτέκτονες από την Αυστροουγγαρία να διαμορφώσουν την αρχιτεκτονική όψη της νέας πρωτεύουσας. Ανάμεσά τους ήταν ο Φρίντριχ Γκρύναγκερ, ο Αντολφ Βάκλαβ Κόλαρ, ο Βίκτορ Ρουμπελμάγιερ και άλλοι, που σχεδίασαν τα περισσότερα σημαντικά δημόσια κτίρια που χρειαζόταν η νεοεπανιδρυμένη Βουλγαρική κυβέρνηση, καθώς και πολλές κατοικίες για την ελίτ της χώρας. Αργότερα συνεισέφεραν και πολλοί Βούλγαροι αρχιτέκτονες εκπαιδευμένοι στο εξωτερικό. Έτσι η αρχιτεκτονική του κέντρου της Σόφιας είναι ένας συνδυασμός Νεομπαρόκ, Νεοροκοκό, Νεοαναγέννησης και Νεοκλασικισμού, με το Βιεννέζικο Ζετσεσιονισμό, να παίζει επίσης αργότερα ένα σημαντικό ρόλο, αλλά είναι κυρίως κατά κανόνα Κεντροευρωπαϊκή.

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την εγκαθίδρυση Κομμουνιστικής κυβέρνησης στη Βουλγαρία το 1944 η αρχιτεκτονική γραμμή μεταβλήθηκε αισθητά. Δημόσια κτίρια Σταλινικής αρχιτεκτονικής εμφανίστηκαν στο κέντρο, ιδίως το εκτεταμένο κυβερνητικό συγκρότημα γύρω από το Λάργκο, το Στάδιο Βασίλ Λέφσκι, η Εθνική Βιβλιοθήκη Κύριλου και Μεθόδιου και άλλα. Καθώς η πόλη αναπτυσσόταν προς τα έξω δέσποζαν πολλοί τσιμεντένιοι πύργοι, πολυκατοικίες από προκατασκευή και δείγματα Μπρουταλιστικής αρχιτεκτονικής, που ακόμη καθιστούν τη στέγαση στη Σόφια πολύ καλή, συγκρινόμενη με εκείνη άλλων πρώην Ανατολικών χωρών.

Μετά την κατάργηση του Κομμουνισμού το 1989 η Σόφια έχει βιώσει την κατασκευή ολόκληρων επιχειρηματικών περιοχών και συνοικιών καθώς και σύγχρονα κτίρια τύπου ουρανοξύστη με γυάλινες προσόψεις, αλλά επίσης ανώτερης τάξης περιοχές κατοικίας. Το Επιχειρηματικό Κέντρο Κάπιταλ Φορτ θα είναι ο πρώτος ουρανοξύστης στη Βουλγαρία με 126 μέτρα και 36 ορόφους. Εντούτοις ο τερματισμός της παλιάς διακυβέρνησης και του συστήματος του κεντρικού σχεδιασμού άνοιξε επίσης το δρόμο σε χαοτική και ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Περιοχές πρασίνου

Η πόλη έχει μια εκτεταμένη πράσινη ζώνη. Μερικές από τις συνοικίες, που κατασκευάσθηκαν μετά το 2000 και είναι πυκνοδομημένες, συνήθως στερούνται χώρων πρασίνου. Υπάρχουν τέσσερα κύρια πάρκα – ο Κήπος Μπορίσοβα στο κέντρο της πόλης και τα πάρκα Νότιο, Δυτικό και Βόρειο. Το Νότιο Πάρκο ανακατασκευάστηκε και τώρα είναι ένα από τα καλύτερα της χώρας. Αρκετά άλλα μικρότερα πάρκα, ανάμεσά τους ο Δημοτικός Κήπος και ο Κήπος των Γιατρών, βρίσκονται στην κεντρική Σόφια. Το Φυσικό Πάρκο Βίτοσα (ο παλαιότερος εθνικός δρυμός στα Βαλκάνια), που περιλαμβάνει μεγάλο τμήμα του Όρους Βίτοσα, καταλαμβάνει μια έκταση 270 τ.χ. και βρίσκεται εξ ολοκλήρου μέσα στα όρια της πόλης. Πολλοί από τους κατοίκους της πόλης κάνουν εβδομαδιαίες πεζοπορίες στο βουνό, οι περισσότεροι τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο. Υπάρχουν μπαγκαλόους καθώς και αρκετές πίστες του σκι στο Βίτοσα, επιτρέποντας στους ντόπιους να επωφελούνται πλήρως από την εξοχή και τα βουνά, χωρίς να χρειαστεί να φύγουν από την πόλη.

Τέχνες και ψυχαγωγία

H Σόφια συγκεντρώνει την πλειοψηφία των καλλιτεχνικών θιάσων της Βουλγαρίας. To θέατρο είναι μακράν η δημοφιλέστερη μορφή παραστατικής τέχνης και οι θεατρικοί χώροι δέχονται τους περισσότερους επισκέπτες μετά τους κινηματογράφους. Το παλιότερο τέτοιο ίδρυμα είναι το εθνικό Θέατρο Ιβάν Βάζοφ, όπου ανεβάζονται πολλά κλασικά έργα και βρίσκεται στο κέντρο ακριβώς της πόλης. Πολλά μικρότερα θέατρα, όπως το Θεατρικό Εργαστήρι Σφούματο, ανεβάζουν τόσο κλασικά όσο και σύγχρονα έργα.

Η Εθνική Όπερα και Μπαλέτο ιδρύθηκε το 1891. Εντούτοις ξεκίνησε παραστάσεις σε μόνιμη βάση το 1909. Μερικοί από τους διασημότερους τραγουδιστές όπερας της Βουλγαρίας, όπως ο Νικολάι Γκιαούροφ και η Γκένα Ντιμίτροβα, έχουν κάνει εκεί τις πρώτες τους εμφανίσεις στη σκηνή. Η Βουλγαρική Αίθουσα και η Αίθουσα 1 του Εθνικού Παλατιού Πολιτισμού στεγάζουν τακτικά συναυλίες κλασικής μουσικής, που δίνονται τόσο από ξένες ορχήστρες όσο και από τη Φιλαρμονική της Σόφιας. Η πόλη έχει φιλοξενήσει πολλούς παγκοσμίου φήμης μουσικούς καλλιτέχνες, όπως οι AC/DC, ο Στινγκ, ο Έλτον Τζον, η Μαντόνα, ο Τζορτζ Μάικλ, οι Metallica, ο Tiësto, η Κάιλι Μινόγκ, οι Depeche Mode, οι Rammstein, η Ριάννα, οι Ρόξετ και η Lady Gaga.

Tα μεγαλύτερα μουσεία τέχνης της Βουλγαρίας βρίσκονται στις κεντρικές περιοχές της πόλης. Η Εθνική Πινακοθήκη στεγάζει μια συλλογή έργων κυρίως Βουλγάρων καλλιτεχνών, ενώ η Εθνική Πινακοθήκη Ξένης Τέχνης εκθέτει αποκλειστικά ξένα έργα, κυρίως από την Ινδία, την Αφρική, την Κίνα και την Ευρώπη. Οι συλλογές της περιλαμβάνουν ποικίλα έργα πολιτισμού, όπως γλυπτά της Αυτοκρατορίας Ασάντι (Γκάνα), Βουδιστική τέχνη, ζωγραφική του Ολλανδικού Χρυσού Αιώνα (17ος), έργα των Άλμπρεχτ Ντύρερ, Ζαν Μπατίστ Γκρεζ και Ωγκύστ Ροντέν. Η κρύπτη του Καθεδρικού του Αλέξανδρου Νιέφσκι περιέχει μια συλλογή Ανατολικών Ορθόδοξων εικόνων από τον 9ο ως το 19ο αιώνα. Άλλα μουσεία είναι το Εθνικό Ιστορικό μουσείο με μια συλλογή πάνω από 600.000 αντικειμένων, το Εθνικό Πολυτεχνικό Μουσείο, με εκτεθειμένα πάνω από 1000 αντικείμενα τεχνολογίας, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Η Εθνική Βιβλιοθήκη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου στεγάζει τη μεγαλύτερη εθνική συλλογή βιβλίων και εγγράφων (1.714.211 βιβλία και περίπου 6 εκατομμύρια άλλα έγγραφα) και είναι το παλαιότερο πολιτιστικό ίδρυμα της Βουλγαρίας,

Ο κινηματογράφος είναι η δημοφιλέστερη μορφή ψυχαγωγίας. Tα τελευταία χρόνια οι χώροι κινηματογράφου έχουν συγκεντρωθεί σε εμπορικά κέντρα και οι ανεξάρτητες αίθουσες έχουν κλείσει. Το Μολ της Σόφιας έχει ένα από τους μεγαλύτερους κινηματογράφους ΙΜΑΧ στην Ευρώπη. Οι περισσότερες ταινίες είναι Αμερικανικές παραγωγές, αν και όλο και περισσότερο προβάλλονται Ευρωπαϊκές και εγχώριες ταινίες. Το Οντεόν (που δεν ανήκει στην ομώνυμη αλυσίδα κινηματογράφων) προβάλλει αποκλειστικά Ευρωπαϊκές και ανεξάρτητες Αμερικάνικες ταινίες, καθώς και κλασικές του 20ού αιώνα. Η κάποτε ανθούσα κινηματογραφική βιομηχανία της Βουλγαρίας, συγκεντρωμένη στα στούντιο Μπογιάνα Φιλμ, γνώρισε μια περίοδο παρακμής μετά το 1990. Mία σχετική ανάκαμψή της άρχισε μετά το 2001. Mετά την εξαγορά της Μπογιάνα Φιλμ από την Αμερικανική Nu Image, πολλές σχετικά πετυχημένες παραγωγές έχουν γυριστεί μέσα και γύρω από τη Σόφια, όπως Το Συμβόλαιο (2006), Η Μαύρη Ντάλια (2006 – Τζος Χάρτνετ, Σκάρλετ Γιόχανσον, Χίλαρι Σουάνκ), Χίτμαν (2007), Κόναν Ο Βάρβαρος (2011 – Ρόουζ Μακ Γκάουαν). Τα στούντιο της Nu Μπογιάνα φιλμ έχουν επίσης φιλοξενήσει μερικές από τις σκηνές της ταινίας Οι Αναλώσιμοι 2.

H πόλη φιλοξενεί πολλά πολιτιστικά ιδρύματα, όπως το Ρωσικό, το Πολωνικό, το Ουγγρικό, το Τσέχικο και το Σλοβάκικο, το Ιταλικό, το Γαλλικό, το Ινστιτούτο Γκαίτε, το Βρετανικό Συμβούλιο, το Ινστιτούτο Θερβάντες, και το Ινστιτούτο Ανοιχτής Κοινωνίας, που τακτικά οργανώνουν προσωρινές εκθέσεις οπτικών, ηχητικών και λογοτεχνικών έργων καλλιτεχνών από τις αντίστοιχες χώρες.

Μερικές από τις μεγαλύτερες εταιρείες τηλεπικοινωνιών, τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, εφημερίδες, περιοδικά και δικτυακές πύλες έχουν την έδρα τους στη Σόφια, όπως η Βουλγαρική Εθνική Τηλεόραση, η bTV και η Nova TV (ιδιωτικές). Εφημερίδες με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία είναι οι 24 Ώρεςκαι Τρουντ.

Τουρισμός

H Σόφια είναι ένας από τους προορισμούς της Βουλγαρίας με τους περισσότερους επισκέπτες, μαζί με τα παραλιακά και ορεινά θέρετρα. Από τα κυριότερα αξιοθέατά της είναι ο Καθεδρικός του Αλέξανδρου Νιέφσκι, ένα από τα σύμβολα της Βουλγαρίας, κατασκευασμένος στα τέλη του 19ου αιώνα. Καταλαμβάνει έκταση 3.170 τ.μ. και χωράει 10.000 άτομα. Η πόλη είναι επίσης γνωστή για την Εκκλησία της Μπογιάνα, μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Alexander-Nevski-Church-Perspective

Η Σόφια διαθέτει τις μεγαλύτερες μουσειακές συλλογές της Βουλγαρίας, που προσελκύουν τουρίστες και φοιτητές για πρακτικές σπουδές. Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στην περιοχή της Μπογιάνα έχει μια τεράστια συλλογή πάνω από 600.000 ιστορικών αντικειμένων, που χρονολογούνται από την Προϊστορική μέχρι τη σύγχρονη εποχή, αν και μόνο 10.000 από αυτά είναι μόνιμα εκτεθειμένα λόγω έλλειψης χώρου. Μικρότερες συλλογές αντικειμένων περισσότερο σχετικών με την ιστορία της Σόφιας είναι στο Εθνικό Αρχαιολογικό μουσείο, πρώην τζαμί, που βρίσκεται ανάμεσα στα κτίρια της Εθνικής Τράπεζας και της Προεδρίας. Δύο μουσεία φυσικών επιστημών – το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και το Άνθρωπος και Γη – διαθέτουν ορυκτά, ζωικά είδη (ζωντανά και ταριχευμένα) και σπάνιες γαίες. Το Εθνογραφικό Μουσείο και το Εθνικό Μουσείο Στρατιωτικής Ιστορίας είναι άλλα σημεία ενδιαφέροντος, με μεγάλες συλλογές Βουλγαρικών λαϊκών ενδυμασιών και όπλων αντίστοιχα.

Η Λεωφόρος Βίτοσα, αλλιώς Βιτόσκα είναι πεζοδρομημένη με πολλά καφέ, εστιατόρια, μπουτίκ μόδας και καταστήματα ειδών πολυτελείας. Η γεωγραφική θέση της Σόφιας, στους πρόποδες του τόπου αναψυχής για τα σαββατοκύριακα βουνού Βίτοσα, προσθέτει στην ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της πόλης.

Δημογραφικά

Σύμφωνα με στοιχεία του 2015 η πόλη έχει πληθυσμό 1.228.282 και το σύνολο του Δήμου 1.316.557. Η πρώτη απογραφή που έγινε το Φεβρουάριο του 1878 από το Ρωσικό Στρατό κατέγραψε πληθυσμό 11.694 κατοίκων, από τους οποίους 6.560 Βούλγαροι, 3.538 Εβραίοι, 839 Τούρκοι και 737 Ρομά.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 1.056.738 πολίτες (87,9%) καταγράφονται εθνολογικά ως Βούλγαροι, 17,550 (1.5%) ως Ρομά, 6.149 (0,5%) ως Τούρκοι, 9.569 (0,8%) ανήκαν σε άλλες εθνικές ομάδες και οι υπόλοιποι δεν αυτοπροσδιορίζονται. Αυτά τα στατιστικά στοιχεία δεν θα έπρεπε να ληφθούν απόλυτα υπ’ όψη, λόγω αντικρουόμενων στοιχείων – όπως για την κυρίως Ρομά συνοικία Φακουλτέτα, που μόνη της έχει πληθυσμό 45.000. Σύμφωνα με την ίδια απογραφή 892.511 κάτοικοι (69.1%) καταγράφονται ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, 10.256 (0,8%) ως Προτεστάντες, 6.767 (0,5%) ως Μουσουλμάνοι, 5.572 (0,4%) ως Ρωμαιοκαθολικοί, 4.010 (0,3%) ανήκαν σε άλλες θρησκείες και 372.475 (28,8%) δήλωσαν άθρησκοι ή δεν ανέφεραν καμμία θρησκεία.

Τα στοιχεία λένε ότι ήδη το ένα τρίτο του πληθυσμού έχει πτυχίο πανεπιστημίου. Το ποσοστό ανεργίας είναι περίπου 10% και μεγάλο μέρος των ανέργων είναι με ανώτερη εκπαίδευση. Τρία τέταρτα των κατοίκων έχουν στο σπίτι τηλεόραση, ενώ 64,8 κομπιούτερ και ίντερνετ. Από τις κατοικίες 93,1 % συνδέονται με το δημοτικό δίκτυο αποχέτευσης.

Η Σόφια ανακηρύχθηκε εθνική πρωτεύουσα το 1879. Την επόμενη χρονιά, 1880, ήταν η πέμπτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας μετά τη Φιλιππούπολη, τη Βάρνα, το Ρούσε και το Σούμεν. Η Φιλιππούπολη παρέμεινε η πολυπληθέστερη Βουλγαρική πόλη μέχρι το 1892, οπότε την ξεπέρασε η Σόφια. Η πόλη είναι ο πόλος έλξης της εσωτερικής μετανάστευσης, με τον πληθυσμό της να αυξάνεται και να είναι περίπου το 17 % του συνολικού της χώρας, έτσι λίγα άτομα με τοπικές ρίζες παραμένουν μέχρι και σήμερα, κυρίως στα γύρω αγροτικά προάστια, ονομαζόμενοι Σόπι. Μιλούν μια Νότια σλαβική διάλεκτο, μαζί με την Τορλακιανή, που έχει κοινά χαρακτηριστικά τόσο με ανατολικές (Βουλγαρική και Σλαβομακεδονική), όσο και με δυτικές (Σερβοκροατική) Νότιες σλαβικές γλώσσες, αν και θεωρείται μη Σλαβικής προέλευσης, μέσω των αρχαίων Θρακών Σερδών, ιδρυτών της πόλης.

Συγκοινωνία

Η Σόφια αποτελεί τον βασικό σιδηροδρομικό κόμβο της Βουλγαρίας και έχει 8 σιδηροδρομικούς σταθμούς. Το αεροδρόμιο της Σόφιας είναι το μεγαλύτερο της χώρας. Η «Εταιρία Αστικής Συγκοινωνίας Πρωτεύουσας» έχει αναλάβει την αστική συγκοινωνία της πόλης. Το 2002 το σύστημα συγκοινωνιών περιελάμβανε 95 γραμμές λεωφορείων, 16 γραμμές τραμ και 10 γραμμές τρόλεϋ, λειτουργούν και 2 γραμμές του μετρό .

Αξιοθέατα

  • Ο ναός-μνημείο «Αλέξανδρος Νιέφσκι», χτισμένος κατά την περίοδο 1904-1912.
  • Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας, το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας, το οποίο φυλάσσει, μεταξύ άλλων, θρακικούς θησαυρούς.
  • Η ρώσικη εκκλησία του Αγίου Νικολάου, χτισμένη σε μοσχοβίτικο στυλ, με 5 μικρούς τρούλους από χρυσό.
  • Η βασιλική της Αγίας Σοφίας.
  • Η ροτόντα του Αγίου Γεωργίου.
  • Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής.
  • Το μνημείο «Τσαρ Οσφομποντίτελ» (Цар Освободител = Τσάρος Απελευθερωτής), προς τιμήν του Ρώσου ηγεμόνα Αλέξανδρου Β’, απέναντι από το κτήριο του κοινοβουλίου.
  • Το πνευματικό κέντρο «NDK» (Народен Дворец на Културата = Εθνικό Μέγαρο Πολιτισμού), το οποίο εγκαινιάστηκε το 1981 και αποτελεί το μεγαλύτερο πολυλειτουργικό εκθεσιακό και συνεδριακό κέντρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

 

Πηγή πληροφοριών: Wikipedia the free encyclopedia

 


«

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.